γομφωτήριον

γομφ-ωτήριον, τό,
A tenon, IG11 (2).163 A 14 (Delos, iii B. C.), Hero Aut.27.1; gloss on τέρετρα, Sch.Od.5.246.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γομφωτηρίων — γομφωτήριον tenon neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομφωτήρια — γομφωτήριον tenon neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τήριο — τήριον, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη ουδετέρων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία απαντούσε αρχικά σε ουσιαστικά, παράγωγα τών αρσενικών τού δράστη ενέργειας σε τήρ* (ανάλογος είναι και ο σχηματισμός τών επιθέτων σε τήριος, ενώ και ορισμένα ουσ …   Dictionary of Greek

  • γομφωτήριο — το (Α γομφωτήριον) [γομφωτήρ] ο γομφωτήρας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.